Κατάθλιψη

Η «κατάθλιψη» ως έννοια χρησιμοποιείται με έναν τόσο γενικευμένο τρόπο, που συχνά καταλήγει να είναι μία κοινοτοπία. Έχει γίνει ένας όρος πασπαρτού που αναφέρεται σε οποιαδήποτε ψυχοσυναισθηματική κατάσταση περιλαμβάνει το αίσθημα της δυσφορίας με έναν τρόπο λίγο-πολύ συγκεχυμένο: μία ακεφιά, μία πεσμένη διάθεση, μία στεναχώρια, μία αϋπνία, μία ανορεξία, μία βουλιμία, μία ανησυχία, μία κρίση άγχους, μία οποιαδήποτε ματαίωση, αποτυχία ή απογοήτευση, αίσθηση πίεσης, μία επαναλαμβανόμενη πλήξη, μία αίσθηση κενού… μπορούν να εγείρουν τις υποψίες για τη «διάγνωση» της κατάθλιψης.

Με βάση τα επίσημα ψυχιατρικά εγχειρίδια, η κατάθλιψη κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των συναισθηματικών διαταραχών ή διαταραχών της διάθεσης. Τα καταθλιπτικά συμπτώματα παραπέμπουν σε μία ευρύτερη ψυχοκινητική επιβράδυνση του ατόμου, που δεν ευχαριστιέται πια με την ζωή του και όλη αυτή η διάθεση έχει φέρει αλλαγές στην προηγούμενη λειτουργικότητα του. Πρόκειται για μία κλινική οντότητα που απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις και πλέον την συναντά κανείς παντού. Μαζί με όλες τις «άτυπες μορφές» της διαχέεται προς όλες τις κλινικές δομές, με αποτέλεσμα να αντιπροσωπεύει την «ασθένεια της εποχής μας». Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι η θλίψη είναι συνώνυμη με την ασθένεια. Συχνά στον καθημερινό λόγο «θλίψη», «μελαγχολία», «κατάθλιψη» συγχέονται και γίνονται ένα. Όμως, η διαφορά που υπάρχει μεταξύ τους είναι πολύ μεγάλη και η έλλειψη σαφούς ορισμού αποτελεί πηγή πολλών παρανοήσεων.

Η παρουσία της κατάθλιψης σε συναισθηματικό επίπεδο σημαίνει ότι το πρόσωπο νιώθει ένα υπαρξιακό κενό, αδιάκοπη λύπη, αβάσταχτη μοναξιά, έλλειψη ενεργητικότητας να κάνει οτιδήποτε. Είναι έντονη η ανηδονία, δηλαδή, δεν μπορεί να αντλήσει ικανοποίηση από δραστηριότητες, ανθρώπους και καταστάσεις που πριν του ήταν ευχάριστα, όπως για παράδειγμα επαγγελματική δραστηριότητα, οικογενειακές και κοινωνικές δραστηριότητες κ.α. Δεν υπάρχει επιθυμία για τίποτα, το ενδιαφέρον για κάθετι είναι απόν και αποφεύγει να πάρει πρωτοβουλίες. Υπάρχει μία διάχυτη αίσθηση ενοχής, οι πράξεις και οι σκέψεις είναι μία συνεχής πηγή απογοήτευσης και αυτομομφής. Το άτομο βιώνει τον εαυτό του ανάξιο και ανεπαρκή σε πράγματα που του είναι σημαντικά, όπως η ευφυϊα, η επιτυχία, η υγεία και η ισχύς. Η εικόνα που έχει ένας άνθρωπος με κατάθλιψη για τον εαυτό του χαρακτηρίζεται από τα πέντε «α» (και όλα στερητικά): απόγνωση, απελπισία, ανημπόρια, αβοηθησία και ανεπάρκεια.

Σε πνευματικό-διανοητικό επίπεδο δημιουργείται έντονη απαισιοδοξία. Το πρόσωπο με κατάθλιψη αντιλαμβάνεται όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και όλο τον κόσμο με αρνητικό τρόπο. Υπάρχει η ισχυρή πεποίθηση ότι στην ουσία τα πράγματα πάντα έτσι ήταν στο παρελθόν και έτσι θα συνεχίζουν να είναι και στο μέλλον. Αυτό που μπορεί να διακρίνει σε όλο το διάβα της ζωής του είναι μόνο το κενό και ατελείωτα βάσανα. Υπάρχει μία γενικότερη τάση να διαστρεβλώνει τα γεγονότα. Οτιδήποτε προκύπτει στην ζωή του το ερμηνεύει ως αποτέλεσμα αποκλειστικά δικής του αποτυχίας και ευθύνης. Το άτομο οραματίζεται το μέλλον του γεμάτο αρνητικές προσδοκίες. Μηρυκάζει συνεχώς τις σκέψεις του γύρω από γεγονός ότι έχει πολύ λίγη ενέργεια ή κίνητρα για να κάνει οτιδήποτε. Όμως, καμία από αυτές τις σκέψεις δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε συγκεκριμένη δράση που θα μπορούσε να καταλαγιάσει το πρόβλημα. Σε σωματικό επίπεδο, επηρεάζονται οι νευροφυτικές λειτουργίες, υπάρχει δυσκολία στον ύπνο. Ο άνθρωπος που έχει κατάθλιψη μπορεί να δυσκολεύεται να αποκοιμηθεί, ο ύπνος του να είναι διακοπτόμενος ή αντίθετα να κοιμάται πολλές ώρες, χωρίς να νιώθει το αίσθημα της ξεκούρασης. Συνήθως, υπάρχει πολύ αρνητική διάθεση το πρωί όταν ξυπνά, η οποία βελτιώνεται καθώς περνά η μέρα. Επίσης, εκδηλώνονται αλλαγές στην όρεξη, είτε υπό τη μορφή του «περισσότερο» (βουλιμία), είτε του «λιγότερο» (ανορεξία). Το άτομο δεν μπορεί πια να ευχαριστηθεί την ζωή.

Για την διάγνωση της κατάθλιψης είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Το να νιώθει κάποιος το αίσθημα της λύπης, ανασφάλεια και μία γενικότερη απαισιοδοξία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει κατάθλιψη. Η έννοια της κατάθλιψης χρησιμοποιείται συχνά καταχρηστικά, τόσο στον δημόσιο όσο και στον καθημερινό λόγο. Η κατάχρηση αυτή τις περισσότερες φορές δεν είναι συνειδητή, δεν παύει όμως να έχει παραπλανητικές συνέπειες. Για αυτό τον λόγο, η διαπίστωση της ύπαρξής της, αλλά και η θεραπευτική της αντιμετώπιση, είναι αρμοδιότητα ενός ειδικού, καθώς δεν υπάρχει μία διάγνωση, ούτε μία μοναδική θεραπεία που να δίνει τις απαντήσεις σε κάθε πρόβλημα. Ο διαγνωστικός – θεραπευτικός ρόλος του ειδικού υπερβαίνει τους συχνά στερεοτυπικούς χαρακτηρισμούς περί καταθλιπτικής διάθεσης που ακούμε γύρω μας και προσφέρει μία όσο το δυνατόν ακριβέστερη εκτίμηση της σοβαρότητας του προβλήματος και των θεραπευτικών παρεμβάσεων που είναι κατάλληλες για αυτό. Το κλειδί για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης δεν είναι η έντρομη υποχώρηση μπροστά στην εμφάνιση του προβλήματος, αλλά η είσοδος σε μία θεραπευτική συμμαχία όπου ο θεραπευόμενος και ο ειδικός αντιμετωπίζουν από κοινού αποτελεσματικά το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις.

Πολύ συχνά, το αίσθημα της θλίψης συγχέεται με την κατάθλιψη. Όμως, η ύπαρξή του δεν είναι αρκετή για να πούμε ότι το άτομο βρίσκεται σε κατάθλιψη. Για αυτό, θα χρειαστεί να κάνουμε μία διάκριση μεταξύ της φυσιολογικής θλίψης που υπάρχει στο πένθος και της θλίψης που προέρχεται από την μελαγχολία. O Φρόυντ στο κείμενό του «Πένθος και Μελαγχολία» περιγράφει αυτές τις συναισθηματικές καταστάσεις που μοιάζουν παρόμοιες, όμως στην ουσία τους είναι αρκετά διαφορετικές. Για αυτό το λόγο, είναι σκόπιμο να γίνει μία περιγραφή αυτών των διαφορετικών συναισθηματικών καταστάσεων προς αποφυγή παρεξηγήσεων.

Το πένθος κατά κανόνα είναι η αντίδραση μπροστά σε μία απώλεια. Η απώλεια μπορεί να είναι είτε πραγματική (π.χ. θάνατος αγαπημένου προσώπου) είτε συμβολική (π.χ. χωρισμός, απώλεια εργασίας, κτλ). Η θλίψη που προκαλείται από μία απώλεια εξασθενίζει το ενδιαφέρον για τις συνήθεις απολαύσεις και το προσηλώνει σε ό,τι δεν είναι πια παρόν. Ο άνθρωπος που πενθεί αποσύρεται από οποιαδήποτε ενεργητική δραστηριότητα. Αποφεύγει να αγαπήσει οτιδήποτε άλλο από αυτό που έχει χάσει. Όλη του η ενέργεια κατευθύνεται στο να θρηνήσει για το χαμένο του αντικείμενο. Χρειάζεται χώρο και χρόνο για να μπορεί να επανατοποθετηθεί στην ζωή με την απώλεια που βιώνει. Με την ολοκλήρωση του πένθους «το Εγώ είναι πάλι ελεύθερο από αναστολές» και στη συνέχεια η ζωή του ατόμου αρχίζει και επανακτά σταδιακά το χαμένο της ενδιαφέρον.

Η μελαγχολία δανείζεται ένα μέρος των χαρακτηριστικών της από το πένθος, όμως υπάρχει μία σημαντική διαφορά: η «διαταραχή του αισθήματος της αυτοεκτίμησης». Σε αυτήν την περίπτωση, υπάρχει «βαθιά ψυχική οδύνη, αδιαφορία για τον εξωτερικό κόσμο», όπως συμβαίνει και στο πένθος, όμως εδώ το άτομο είναι επιπλέον δυσαρεστημένο με τον εαυτό του, τον θεωρεί ηθικά αξιοκαταφρόνητο και αναμένει με κάποιο τρόπο να τιμωρηθεί. Σε αυτήν την περίπτωση η θλίψη τον καθηλώνει στο ίδιο σημείο. Δεν κάνει απλά τον κύκλο της, όπως στο πένθος, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει αργότερα. Υπάρχει συναισθηματική στασιμότητα και προσκόλληση. Ο άνθρωπος που βιώνει μελαγχολία κατευθύνει το μεγαλύτερο μέρος των αρνητικών του συναισθημάτων μακριά από του άλλους, το στρέφει ενάντια στον εαυτό του: «Αυτοταπεινώνεται μπροστά σε κάθε άλλον και λυπάται για κάθε δικό του άνθρωπο που συνδέεται με ένα τόσο ανάξιο άτομο».

Έτσι, τόσο στο πένθος όσο και στην μελαγχολία το άτομο βιώνει μεγάλη ψυχική οδύνη και χάνει το ενδιαφέρον του για τον κόσμο, υπάρχει όμως μία βασική διαφορά: στο πένθος δεν υπάρχει απώλεια της αυτοεκτίμησης του ατόμου. «Ο μελαγχολικός έχει μία εξαιρετικά μεγάλη υποβίβαση του Εγώ του, ένα ασυνήθιστο φτώχεμα του Εγώ. Στο πένθος, ο κόσμος έχει γίνει φτωχός και κενός περιεχομένου, στην μελαγχολία έχει φτωχύνει και αδειάσει το ίδιο το Εγώ» . Το στοιχείο που κάνει την διαφορά είναι ότι στις φυσιολογικές αντιδράσεις θλίψης ενός ατόμου, ο εξωτερικός κόσμος βιώνεται ως συρρικνωμένος. Από την άλλη, στις καταθλιπτικές καταστάσεις αυτό που βιώνεται ως χαμένο ή κατεστραμμένο είναι ένα τμήμα του εαυτού.

Οι αφορμές για να εμφανίσει κάποιος κατάθλιψη στο διάβα της ζωής του είναι πολλές. Αυτές οι αφορμές άλλοτε έχουν εξωτερική προέλευση και άλλοτε εσωτερική. Στην πρώτη περίπτωση, η κατάθλιψη εκδηλώνεται με αφορμή κάποια εξωτερικά γεγονότα, που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «σταθμοί» στην ζωή ενός ανθρώπου.

Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι η έντονη συναισθηματική απογοήτευση, όπως είναι ένα διαζύγιο, η απώλεια φίλων, η κοινωνική απομόνωση, οι διαπροσωπικές συγκρούσεις, ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου. Μία άλλη κατηγορία προβλημάτων είναι οι οικονομικές καταστάσεις, όπως η απώλεια της εργασίας, η συνταξιοδότηση, κάποια οικονομική καταστροφή ή αποτυχία. Επίσης, τραυματικές εμπειρίες μπορούν να είναι ικανή συνθήκη για την παρουσία κατάθλιψης, όπως είναι κάποιο σοβαρό ατύχημα, η εμφάνιση μίας σοβαρής ή και χρόνιας ασθένειας, όπου το άτομο έχει να πενθήσει για την απώλεια της προηγούμενης κατάστασης της υγείας του.

Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει μία κοινή αντίδραση για όλους απέναντι σε αυτές τις εξωτερικές καταστάσεις. Είναι μερικοί άνθρωποι που καταφέρνουν να ξεπεράσουν αυτές τις δυσκολίες και προσαρμόζονται στα καινούργια δεδομένα που έχουν εμφανιστεί στην ζωή τους. Κάποιοι άλλοι, από την άλλη, δυσκολεύονται να επανέλθουν. Ο πόνος τους δεν έχει τέλος, με αποτέλεσμα να βυθίζονται στην κατάθλιψη. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα εξωτερικά γεγονότα προστίθενται σε άλλα βαθύτερα στοιχεία της ψυχικής συγκρότησης που δεν είναι περιστασιακά και συνιστούν ένα μελαγχολικό υπόβαθρο. Τέτοια στοιχεία είναι το παρατεταμένο στρες που αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα, οι παθολογικοί φόβοι, η έλλειψη ανοχής στις ματαιώσεις, οι απαισιόδοξες πεποιθήσεις, οι έμμονες ιδέες, η έντονη τάση για εξαρτήσεις, το παθολογικό πένθος, η μοναξιά, η έλλειψη κοινωνικού περίγυρου.

Όταν η αφορμή για την κατάθλιψη είναι εσωτερικής προέλευσης, μπορεί να έχει εμφανιστεί αυθόρμητα, χωρίς το άτομο να έχει επίγνωση οποιασδήποτε απογοήτευσης ή δυστυχίας που θα μπορούσε να την δικαιολογήσει. Σε αυτήν την κατάσταση, η ψυχολογική ενέργεια έχει εξαφανιστεί πλήρως από το οπτικό πεδίο και υπάρχει πλήρης νωθρότητα. Το άτομο που υποφέρει από αυτήν την διάθεση πιθανόν να έχει λίγο έως πολύ συναίσθηση του τι του συμβαίνει. Όμως, πραγματικά δεν βρίσκει τίποτα που να τον κάνει να αφυπνιστεί ή να αισθανθεί επαρκές ενδιαφέρον. Η κατάστασή του μοιάζει με αυτή του μισοκοιμισμένου ή του μισοξύπνιου. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει από αυτήν την αδράνεια που τον καταβάλλει, το άτομο είναι πολύ επιρρεπές στο να αυτοπαγιδευτεί σε μία ηθικολογική στάση. Μπορεί να θέλει να ξεπεράσει αυτήν την ψυχική δυσφορία, αλλά παράλληλα νιώθει ότι η δύναμη της θέλησής του είναι ανεπαρκής. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να νιώθει κατώτερος και ένοχος όταν υποκύπτει στο δέλεαρ αυτού του συναισθηματικού βυθίσματος. Στην πραγματικότητα, όμως, τίποτα δεν εξαντλεί την ενέργεια ενός ανθρώπου γρηγορότερα από ένα ασαφές και μη εστιασμένο αίσθημα ενοχής. Η ματαίωση είναι ενδοψυχική και αναδιπλώνεται συνεχώς στον εαυτό της.

Είναι πολύ σημαντικό όταν θελήσουμε να αλλάξουμε την συναισθηματική μας κατάσταση, να μπορέσουμε πρώτα να την αποδεχτούμε. Aν ντρεπόμαστε ή δεν δεχόμαστε ότι νιώθουμε έτσι, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε. Κατά παράδοξο τρόπο, η κατάθλιψη και τα αρνητικά συναισθήματα που νιώθουμε μπορεί να είναι μια μεγάλη ευκαιρία για θετική αλλαγή στη ζωή μας. H δυσάρεστη ενέργεια αυτών των συναισθημάτων μάς ωθεί να βρούμε τρόπους να νιώσουμε καλύτερα. Μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτήν την εσωτερική ώθηση, για να κάνουμε αλλαγές στον εαυτό μας και τη ζωή μας. Σ’ αυτή την περίπτωση τα δυσάρεστα γεγονότα, καταστάσεις και συναισθήματα γίνονται ευκαιρίες προσωπικής βελτίωσης.

Δεν αρκεί όμως η ελεύθερη βούληση για να αξιοποιήσουμε αυτές τις ευκαιρίες. Άλλωστε όπως έχει ειπωθεί εύστοχα, «βλέπω το καλύτερο και το επικροτώ, και όμως πράττω το χειρότερο». Η ελευθερία της βούλησής μας δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πράξη. Αν γινόταν αυτό, τα προβλήματά μας θα ήταν πολύ λιγότερα έως μηδαμηνά! Στην πραγματικότητα διαπιστώνουμε συχνά ότι συνεχίζουμε ανήμποροι να βυθιζόμαστε μέσα στην αρνητικότητα, παρά την θέλησή μας. Στο σημείο αυτό φαίνεται σαν να μην έχουμε επιλογή ή – πράγμα που είναι το ίδιο – να μην μπορούμε να κάνουμε πράξη αυτό που υπαγορεύει η ελεύθερη βούλησή μας.

Εξάλλου μπορούμε να παρατηρήσουμε το εξής: όταν στην ζωή παρουσιάζεται ένα νέο πρόβλημα, για το οποίο η παλιά προσαρμογή είναι ανεπαρκής, είναι φυσικό να νιώθουμε ότι δεν έχουμε αρκετή ψυχολογική ενέργεια. Είναι σαν να ξεχειλίζει το ποτήρι. Αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή ένα παλιό κεφάλαιο στην εμπειρία μας έχει κλείσει και αυτό που χρειαζόμαστε για την καινούργια εμπειρία είναι μία πληροφορία ακόμα άγνωστη σε εμάς. Αυτή όμως η απόσυρση που νιώθουμε είναι απαραίτητη και μας δίνει την δυνατότητα να επανατοποθετηθούμε διαφορετικά στην ζωή. Αν ερμηνεύσουμε αυτή την απόσυρση με έναν τόνο αυτομομφής, θα θεωρήσουμε τον εαυτό μας τεμπέλη, ανίκανο και αδύναμο, διαιωνίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον φαύλο κύκλο των αρνητικών συναισθημάτων.

Όταν νιώθουμε συνεχώς ένοχοι ή αποτυχημένοι, βρισκόμαστε σε μία πνευματική κατάσταση που παραλύει κάθε δυνατή προσπάθεια. Αν παραμείνουμε προσκολλημένοι σε αυτήν την αρνητική διόγκωση του εαυτού, δεν θα προσπαθήσουμε για τίποτα, δεν θα μάθουμε τίποτα, αφαιρούμε από τον εαυτό μας την δυνατότητα να εξελιχθεί και απομονωνόμαστε από την ζωή. Η εμφάνιση ενός νέου προβλήματος μας καλέι στην πραγματικότητα να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας, να αναδιατάξουμε θετικά την εμπειρία μας, οδηγώντας την σε δρόμους που ίσως μέχρι τότε δεν υποψιαζόμασταν καν. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μία ευκαιρία εμπλουτισμού της ίδιας μας της ύπαρξης.

Μία βασική ιδιότητα της κατάθλιψης είναι ότι υπερβαίνει την όποια θέληση του ατόμου να κινητοποιήσει τον εαυτό του. αυτό έχει ως αποτέλεσμα της σταδιακή εξασθένηση μίας τέτοιας θέλησης στο άτομο και την υποκατάστασή της από ένα αίσθημα παθητικότητας και παραίτησης. Σε τέτοιες περιπτώσεις η λύση που προτείνεται είναι μέσω της οδού της Ψυχανάλυσης ή της Ψυχοθεραπείας. Πρόκειται για μία εξατομικευμένη μορφή θεραπείας, καθώς στην ουσία, δεν μπορεί να υπάρχει μία διάγνωση που να δίνει το κλειδί για όλες τις περιπτώσεις. Το σύμπτωμα είναι στην πραγματικότητα μοναδικό για τον καθένα και επομένως απαιτεί εξατομικευμένη ανάλυση: το σύμπτωμα δεν υπακούει στην καθολική λογική των γενικών κανόνων, αλλά φαίνεται να δημιουργεί κάθε φορά μία δική του λογική που πρέπει να αναγνωρισθεί ως τέτοια και να μελετηθεί αυτοτελώς.

Το νόημα της παραπάνω διαδικασίας είναι, μέσω της ομιλίας με τον ειδικό επαγγελματία, το άτομο να εκφραστεί και να αποκτήσει σταδιακά βαθύτερη επίγνωση της κατάστασής του. Μπορεί να ανακαλύψει τις αιτίες της δυστυχίας του, που δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμη. Η επίγνωση αυτού του είδους θα το βοηθήσει να ανταποκριθεί καλύτερα στο παρόν και να περιορίσει τις πιθανότητες εμφάνισης καταθλιπτικού επεισοδίου στο μέλλον.

Πρέπει να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι η εμπειρία των συμπτωμάτων της κατάθλιψης δεν ισοδυναμεί ούτε οδηγεί κατ’ ανάγκην στην επίγνωση των αιτίων της. Ορισμένες φορές μάλιστα η δοκιμασία των συμπτωμάτων έχει τέτοια ένταση που εμποδίζει το άτομο ακόμη και να θέσει με σαφείς όρους το ερώτημα για το γενεσιουργό υπόστρωμα αυτών των συμπτωμάτων. Για αυτόν τον λόγο είναι απαραίτητη η απόσπαση του ατόμου από το επίπεδο των συμπτωμάτων και της επανάληψής τους, και η έναρξη μία βαθύτερης διερώτησης σχετικά με τους λόγους που οδήγησαν σε αυτά. Μία τέτοια διερώτηση όμως είναι τις περισσότερες φορές δύσκολη, αν όχι αδύνατη, χωρίς τη συμβολή του ειδικού.

Μία άλλη λύση που προτείνει η Ψυχιατρική είναι η χορήγηση φαρμάκων, γνωστά ως αντικαταθλιπτικά. Πρόκειται για ρυθμιστές των επιπέδων σεροτονίνης και χρησιμοποιούνται με σκοπό να αποκαταστήσουν την χημική ισορροπία του εγκεφάλου. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία αντικαταθλιπτικών φαρμάκων και επενεργούν διαφορετικά σε κάθε άνθρωπο. Συνεπώς, αν ένα φάρμακο δεν είναι αποτελεσματικό για κάποιον, ένα άλλο μπορεί να βοηθήσει. Για αυτόν το λόγο κρίνεται απαραίτητο να χορηγούνται κατόπιν συνταγής ειδικού ιατρού.

Ωστόσο πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η λήψη φαρμάκων δεν υποκαθιστά την Ψυχοθεραπεία, η οποία είναι αναγκαίο να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της φαρμακευτικής αγωγής και πέραν αυτής. Είναι άλλωστε γνωστό ότι τα φάρμακα δρουν στο επίπεδο των συμπτωμάτων και τα ανακουφίζουν. Δεν αντιμετωπίζουν, όμως, τα αίτια, ο εντοπισμός και η εξάλειψη των οποίων είναι υπόθεση της Ψυχοθεραπείας και μόνον.

Ορισμένες προτάσεις για τη βελτίωση της διάθεσης είναι οι ακόλουθες:

• Προσπάθησε να αποδεχτείς τον εαυτό σου, παρόλο που νιώθεις θλίψη. Μην νιώθεις άσχημα επειδή νιώθεις άσχημα. Δώσε την άδεια στον εαυτό σου να αισθάνεται άσχημα, να είναι ευάλωτος και να έχει ανάγκη από βοήθεια.

• Μοιράσου αυτό που αισθάνεσαι με ανθρώπους που νιώθεις άνετα και εμπιστεύεσαι.

• Μην παίρνεις σημαντικές αποφάσεις όταν βρίσκεσαι σε κατάθλιψη.

• Απόφυγε οινοπνευματώδη ποτά και ναρκωτικές ουσίες γιατί επιδεινώνουν παρά βελτιώνουν την διάθεση.

• Προσπάθησε να μην αποθαρρύνεσαι αν δεν περνάει γρήγορα η συναισθηματική δυσφορία. Επίτρεψε στον εαυτό σου να πάρει τον χρόνο του.

• Να διαγράψεις την επιτακτική ανάγκη τα πράγματα να είναι διαφορετικά από ό,τι είναι.

• Μην βλέπεις τον εαυτό σου από την σκοπιά των ελλείψεών του, κάθε ύπαρξη ως τέτοια είναι πλήρης. Δες τον ευτό σου από την σκοπιά της πληρότητάς του και άρχισε να χτίζεις πάνω σε αυτήν.

• Μην προσκολλάσαι σε επιθυμίες και προσδοκίες προσανατολισμένες στο μέλλον, που σε εμποδίζουν να αντλείς ικανοποίηση από το παρόν.

• Μεταμόρφωσε την απραξία που προέρχεται από την κατάθλιψη σε δημιουργία.

• Μερικές φορές είμαστε τόσο θολωμένοι από τον θυμό, τον πόνο ή την κακή διάθεση, που δεν μπορούμε να διακρίνουμε τις πόρτες που είναι ανοιχτές μπροστά μας. Εστίασε σε αυτά που έχεις στο παρόν.

Η δυσκολία που προκύπτει με τις παραπάνω προτάσεις είναι ότι δεν αρκεί να τις διαβάσει και να τις κατανοήσει κανείς για να ξεπεράσει την κατάθλιψή του. Παρόλο που ξέρει και ο ίδιος ότι είναι αληθείς και ωφέλιμες, αδυνατεί να τις εφαρμόσει. Αυτό συμβαίνει γιατί τις αντιλαμβάνεται και τις βιώνει ως «υποχρεώσεις», ως εξωτερικές εντολές, ως «κατηγορικές προσταγές» που, παρά το γεγονός ότι είναι και αναγνωρίζονται από τον καθένα ως ηθικά θεμιτές, δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε εσωτερική επιθυμία. Το άτομο χρειάζεται να επανασυνδεθεί με την ροή της επιθυμίας του και να εντάξει σε αυτήν ορισμένες τουλάχιστον από τις παραπάνω προτάσεις. Προς αυτήν την κατεύθυνση η συμβολή της Ψυχοθεραπείας και του Ψυχοθεραπευτή είναι ιδιαίτερα σημαντική.